μαζικώς

μαζικώς

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем сделать НИР

Смотреть что такое "μαζικώς" в других словарях:

  • μαζικός — (I) ή, ό 1. φυσ. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στη μάζα 2. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στις λαϊκές μάζες, στον λαό («μέσα μαζικής ενημέρωσης») 2. συνεταιρικός, συντροφικός, κοινός («μαζική δουλειά») 3. παροιμ. «το μαζικό γαϊδούρι δεν τό τρώει ο …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»